Σε ένα τόπο όπου η περίοδος των βροχοπτώσεων διαρκεί σχεδόν 10 μήνες και περιβάλλεται από πηγές και ρέματα, η διαχείριση του νερού είναι αυτονόητη τόσο στον δημόσιο, όσο στον ιδιωτικό χώρο. Ήδη έχει γίνει μια νύξη στην περιγραφή της κατασκευής των καλντεριμιών. Αν θέλαμε να συνοψίσουμε, εντός οικισμού η διαχείριση των όμβριων υδάτων ξεκινά από τις υδρορροές και τα λούκια των κατοικιών (Γ) και επεκτείνεται στις σούδες των καλντεριμιών (Α). Μέρος αυτής της διαχείρισης είναι και τα προστατευτικά τοιχία στην άκρη των καλντεριμιών που αναφέρονται στον βόρειο τοίχο του παρακείμενου κτίσματος (Β). Ο οικισμός υδροδοτείται από τις πήγες της Πρίζας. Στον δημόσιο χώρο αυτό είναι εμφανές με την μορφή πετρόσχτιστων αναβλύζουσων βρυσών που συνδέονται είτε άμεσα σε μια πηγή, είτε έμμεσα μέσω του δικτύου υδροδότησης, διάσπαρτες μέσα στον οικισμό(Δ). Στην διαδρομή από την είσοδο προς τον οικισμό, υπάρχει η πηγή Μντ–νίτσα (Ε). Τρία ρέματα κατεβαίνουν στα δυτικά του και ενώνονται με τον παραπόταμο Χρούσια στα νότια. Η προσπέλαση τους είναι εφικτή μέσω των δυο τοξοτών γεφυριών. Τέλος, δεν μπορεί να μην γίνει ιδιαίτερη μνεία στον Νερόμυλο και στον τρόπο λειτουργίας του (ΣΤ).
Σούδα
Περίπου στο 1/3 της έκτασης του δικτύου καλντεριμιών εντός της περιοχής μελέτης, παρατηρείται η διαμόρφωση της σούδας, αυλακιού από την μέσα πλευρά του δρόμου για την απορροή των όμβριων υδάτων, αλλά και των νερών από τις βρύσες, τα οποία κατευθύνουν σε κήπους που παλαιότερα φιλοξενούσαν μποστάνια.(3, 5). Σε κόμβους ενδέχεται να υπάρχει διαμόρφωση αυλακιού που διατρέχει εγκάρσια το πλάτος του καλντεριμιού για να συνεχίσει από την άλλη πλευρά (4). Η μερική και όχι η καθολική ύπαρξη σούδας, ενδεχομένως να οφείλεται στην αντικατάσταση του παλιού καλντεριμιού από νέα επίστρωση εντός του οικισμού, η οποία πραγματοποιήθηκε τμηματικά και κατά φάσεις από διαφορετικούς τεχνίτες. Ωστόσο πιθανό είναι να εντοπίζονται σε συγκεκριμένα μέρη γιατί εκεί κρίθηκε απαραίτητο. Η κλίση των καλντεριμιών προς την εσωτερική πλευρά παραμένει. Στην περιοχή μελέτης εντοπίστηκε και ένα εγκάρσιο φρεάτιο το οποίο πιθανότατα προορίζεται για την αποστράγγιση του νερού από το έδαφος που συγκρατείται από τον παρακείμενο αναλημματικό τοίχο και την διοχέτευση του στο επόμενο κατώτερο επίπεδο.
Ιδιαίτερες τυπολογίες
Στο όριο μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου χώρου εντοπίζονται δυο τυπολογίες που αφορούν την διαχείριση των όμβριων υδάτων. Για την πρώτη που αφορά την ύπαρξη προστατευτικών τοιχίων που εφάπτονται στις κατοικίες, έχει γίνει αναφορά στο κεφάλαιο της ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΕΔΑΦΟΥΣ (8). Η δεύτερη αφορά την ύπαρξη σκάμματος τύπου ανοιχτού φρεατίου ανάμεσα στο οίκημα και στον μαντρότοιχο που το διαχωρίζει από τον δρόμο ή την γειτονική ιδιοκτησία (7). Και οι δυο τυπολογίες έχουν εντοπιστεί σε τρεις περιπτώσεις αντίστοιχα. Αξίζει να σημειωθεί ότι και για τις δύο τυπολογίες η θέση είναι στην βόρεια πλευρά του κτίσματος (9) και συνδέεται με την γενική κλίση του εδάφους. Ωστόσο η τυπολογία των ανοιχτών φρεατίων αφορά μέρη με μικρή κλίση (α), ενώ αντίθετα η τυπολογία των τοιχίων αφορά μέρη με απότομη μετάβαση επιπέδων (β).
Βρύσες
Στην περιοχή μελέτης βρίσκονται τέσσερεις βρύσες. Σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει ελεύθερη ροή νερού, είναι δηλαδή αναβρυτικές. Όλες είναι πετρόχτιστες. Από αυτές δύο είναι στεγασμένες. Η βρύση στην κύρια είσοδο (1.1) έχει κτιστεί μετά το 2000. Υδροδοτείται από την πηγή του Σιόπατου η οποία βρίσκεται αρκετά βορειότερα. Στο κτίσμα διακρίνεται σε δυο μέρη, το ένας είναι χώρος αναμονής με πέτρινα παγκάκια για όσους εξυπηρετούνται από το τοπικό ΚΤΕΛ, κλειστός από τρεις πλευρές, και ο χώρος της κρήνης ανοιχτός από δυο πλευρές. Η σκεπή είναι ξύλινη με σχιστόπλακες. Η βρύση της Μντ-νίτσα ή αλλιώς Φαντανίτσια (1.2) είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ομώνυμή της πηγή, μόλις 50 μ. βορειότερα. Είναι η παλαιότερη ως κτίσμα στην περιοχή της δυτικής πλευράς. Εχει πεζούλια αμφιπλεύρως και πλάτωμα που ανοίγεται στην θέα των Τζουμέρκων με έναν εντυπωσιακό για το μέγεθός του πλάτανο. Η θέση και η διαμόρφωση του χώρου μαρτυρούν πως πιθανότατα χρησιμοπούνταν ως χώρος κοινωνικής συναναστροφής παλιότερα (2). Η βρύση που βρίσκεται στο τέλος του παλιού καλντεριμιού και στην αρχή του οικισμού, ενδεχομένως είναι η βρύση Μπότζια (1.3, 2). Υδροδοτείται από την ομώνυμη πηγή η οποία βρίσκεται σε ρηχή σπηλιά, λίγο πιο πάνω, σύμφωνα με την βιβλιογραφία. Έχει επισκευαστεί σχετικά πρόσφατα. Όπως και η βρύση Φαντανίτσια, έχει εγκάρσιο αυλάκι που στέλνει τα νερά από την κάτω πλευρά του πρανές μέσα από οπή στον αναλημματικό τοίχο.Το κτίσμα των «Δυο Βρυσών» (1.4, 3) χρονολογείται το 1876. Στεγάζει δύο κρήνες συνδεδεμένες πλέον με το δίκτυο παροχής νερού, σε κτίσμα τετράγωνης κάτοψης με δυο κλειστές και δυο ανοιχτές πλευρές με καμάρες. Η στέγη είναι ξύλινη με σχιστόπλακα.
Νερόμυλος
Ο Νερόμυλος των Παπουτσαίων βρίσκεται στην περιοχή Κετρίλι-Μάρι. Είναι ο ένας από τους δύο εναπομείναντες μύλους που διασώζονται στον οικισμό. Είναι πετρόχτιστος. Η χρονολογία κατασκευής του δεν είναι γνωστή. Κατά πάσα πιθανότητα χτίστηκε πριν το 1900. Το όνομά του το οφείλει στην οικογένεια μυλονάδων που τον δούλευαν. Γνωρίζουμε ότι σταμάτησε να λειτουργεί λίγο μετά το 1920. Ο Νερόμυλος λειτουργούσε μέσω ενός τεχνητού καναλιού, του μυλαύλακα, που κατεύθυνε τα νερά από την δέση, μικρό αυτοσχέδιο φράγμα εκτροπής, του ρέματος της Βαλέα Μάρε και τα διοχέτευε στον μύλο. Ο νερόμυλος διαμορφώνεται σε δυο επίπεδα . Το κάτω είναι η λεγόμενη «φυλακή του νερόμυλου» όπου το κύριο μέρος του μηχανισμού που βρίσκεται στον χώρο είναι η φτερωτή. Η φτερωτή είναι μια μεταλλική κυλινδρική κατασκευή που διαπερνάται από τον ίδιο άξονα με την μυλόπετρα και χάρη στα πτερύγια που την περιβάλλουν περιστρέφεται από το νερό που περνάει με πίεση μέσα από ένα στενό κανάλι , την «κάναλη». Αυτή είναι και η τελευταία φάση στην διαδρομή του νερού πριν αποβληθεί από την καμάρα του μύλου. Προηγουμένως έχει περάσει από τον μυλαύλακα στην τσακίστρα, μια χωνοειδή κατασκευή, κτιστή στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπου η στένωση της βάσης της συντελεί στην επιτάχυνση του νερού. Στο πάνω επίπεδο βρίσκεται η μυλόπετρα στερεωμένη πάνω σε μια κατασκευή η οποία περιστρέφεται στον άξονα που την συνδέει με την φτερωτή, συνθλίβοντας το σιτάρι ή το καλαμπόκι. Επισκευάστηκε σχετικά πρόσφατα, μετά το 2000. Παρόλαυτα σήμερα εντοπίζονται σημάδια εγκατάλειψης κρίνοντας από την κατάσταση στο εσωτερικό του. Μέσα στον νερόμυλο υπάρχει μέρος του μηχανισμού του.
Γεφύρια
Το γεφύρι Πουντέα Νικ ή Πουντέα Βιάκλα, μικρό γεφύρι ή παλιό γεφύρι στα βλάχικα, βρίσκεται εγγύτερα στον οικισμό, στην περιοχή Βάλεα Μάρε κατά το ομώνυμο ρέμα. Βρίσκεται σε υψόμετρο 1110 μέτρων. Έχει τόξο με ύψος 9,40μ. και άνοιγμα 7,10μ., και πλάτος καταστρώματος 2μ. Το μήκος του διαδρόμου διάβασης είναι 13μ. Έχει ογκώδη στηθαία 0,55x0,40μ. Αξιοσημείωτες είναι οι τρεις σειρές καμαρολίθια που δεν απαντώνται αλλού στην Ήπειρο. Έχει αντικαταστήσει παλαιότερο γεφύρι του 1890 που είχε υποστεί εκτεταμένες φθορές. Το 1938 αποφασίστηκε η αντικατάστασή του, η οποία αποπερατώθηκε λίγο μετά το 1940 από μάστορες από το Μιχαλίτσι, όπως και την πρώτη φορά που χτίστηκε.
Το γεφύρι Πουντέα Νουάου, νέο γεφύρι στα βλάχικα, χτίστηκε το 1860 σε υψόμετρο 1101 μέτρων στην τοποθεσία Μπόζια, πιο κοντά στην Πύλη εισόδου. Έχει τόξο με ύψος 9,40 μ. και άνοιγμα 10 μ., και 1,60μ. ύψος από το τόξο μέχρι το στηθαίο. Το πλάτος του καταστρώματος είναι 2,90μ. και το μήκος του διαδρόμου διάβασης είναι 28,40μ. Έχει χτιστεί από Κονιτσιώτες μαστόρους.