Βελανίδια (Τμήμα Β)

Συμπεράσματα

«Μου εφάνη σαν ζωγραφιά του Βαν Ντάικ. Πλημμυρισμένος από φως και πίσω του σύννεφα σκοτεινά. Ντυμένος στα κουρέλια και στο φως της ανατολής. Τον έβλεπα με τη διόπτρα να κοιτά τον ήλιο και να τον χαιρετά...»

-δημοσίευση
γάλλου συνταγματάρχη Σεν Βενσάν, έπειτα από επίσκεψή του στα Βελανίδια

Ιούνιος 1829
 

Συνοψίζοντας, ο οικισμός των Βελανιδιών βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου, κοντά στο ακρωτήρι Μαλέα. Αναπτύσσεται σε υψόμετρο 150 μέτρων και απέχει 15 χιλιόμετρα από την κωμόπολη Νεάπολη Βοιών. Είναι χτισμένος κατά μήκος μιας ρεματιάς που ξεκινά από το βουνό του Αϊ-Γιάννη, συνεχίζεται μέσα σ’ ένα κατάφυτο περιβάλλον και καταλήγει στη θάλασσα (παραλία Παναγίας-Γιαλός). Παρά τη μικρή έκτασή του, αναπτύσσεται σε πολλές μικρές υψομετρικές διακυμάνσεις, έτσι ώστε δίνει την εντύπωση αμφιθεατρικής διάταξης με θέα το Αιγαίο. Γύρω από τον οικισμό εκτείνονται καλλιέργειες ελαιώνων και αμπελώνων, καθώς και συστάδες δασικών δέντρων -πεύκα και βελανιδιές- με μόνο τοπική παρουσία. Στη ρεματιά, οι λεύκες και τα πλατάνια συμπληρώνουν την ήδη πυκνή βλάστηση. Το κλίμα είναι γενικά εύκρατο, με ήπιους χειμώνες, υψηλές θερμοκρασίες ιδιαίτερα το καλοκαίρι, και ισχυρούς ανέμους καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Θυμίζει νησιωτικό κλίμα.

Κατά τον αρχαιολόγο Χάσλακ, στην θέση του οικισμού τοποθετείται η αρχαία πόλη Σίδη. Βρίσκεται ανάμεσα σε 11 βυζαντινούς ναούς και παρεκκλήσια του 12ου-13ου αιώνα. Λόγω του πλήθους ναών, η περιοχή φέρει την ονομασία “Μικρό Άγιο Όρος”. Η αρχική θέση του οικισμού ονομάζεται “Παλιοκαμάρες” και προέκυψε από τη συνένωση μικρότερων οικισμών. Ο οικισμός αυτός εγκαταλείφθηκε οριστικά από τους γηγενείς, οι οποίοι μετακινήθηκαν στην σημερινή θέση του οικισμού, η οποία υποθέτουμε ότι κατοικήθηκε γύρω στα 1770 με την εγκατάσταση Σπετσιωτών φυγάδων μετά τα Ορλωφικά. Έτσι, πραγματοποιήθηκε η συνένωση των δυο οικισμών και η εξέλιξη του, τα σημερινά Βελανίδια. Την περίοδο της γερμανικής κατοχής στα Βελανίδια, κατασκευάστηκε το Γερμανικό Παρατηρητήριο, που βρίσκεται στην άκρη του υψώματος πάνω από τον Άγιο Μύρο και έχει απέραντη θέαση προς το Αιγαίο πέλαγος. Περί το 1990, πολλοί μόνιμοι κάτοικοι εγκατέλειψαν τον οικισμό και μεταφέρθηκαν σε πόλεις. Εκ τότε, το χωριό έχει χάσει τη ζωή που είχε κάποτε και έχει μετατραπεί σε παραθεριστικό θέρετρο τόσο πρώην κατοίκων όσο και τουριστών. Οι Βελανιδιώτες θεωρούνταν -και θεωρούνται- από τους καλύτερους ναυτικούς και ψαράδες. Η ναυτική, αλιευτική δραστηριότητα των Βελανιδιωτών εξαπλώθηκε γεωγραφικά σε μεγάλη έκταση και ενισχύθηκε με την εγκατάσταση τους σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, αλλά και εκτός αυτής.

Σήμερα, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού είναι 60-70 άτομα, κυρίως τρίτης ηλικίας, και 10-15 παιδιά. Ωστόσο, στις εορταστικές περιόδους και τους καλοκαιρινούς μήνες το χωριό γεμίζει ξανά ζωή φθάνοντας τα 2000 άτομα, πρώην κάτοικοι και τουρίστες. Το χωριό τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει έντονη τουριστική δραστηριότητα, διαθέτοντας πολλά καταλύματα airbnb σε τουρίστες.

Η οικονομία του οικισμού βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον τουρισμό. Οι ντόπιοι εξακολουθούν να ασχολούνται με τις παραδοσιακές δραστηριότητες του τόπου: ναύτες, ναυτικοί, καπετάνιοι, ψαράδες. Ωστόσο, δεδομένης της έλλειψης ατόμων νεαρής ηλικίας, τα παραδοσιακά αυτά επαγγέλματα σαφώς δεν ανανεώνεται όπως παλιά. Επίσης, πολλοί κάτοικοι είναι αγρότες (ελιές, αμπέλια), παραγωγοί-έμποροι τοπικών προϊόντων (λάδι, σταφίδες, κρασί, μέλι κα) και κτηνοτρόφοι. 

Σύμφωνα με τη μελέτη μας, τα περισσότερα κτίρια του κάτω τμήματος του οικισμού είναι κατοικίες (περίπου 150 σε αριθμό). Έχουν 2 επίπεδα (2 ορόφους ή 1 όροφο και κατώι) δηλαδή χαμηλό ύψος που δεν ξεπερνά τα 6-7 μέτρα από το κατώτερο σημείο του εδάφους. Βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Σε γενική εικόνα πρόκειται για έναν προσεγμένο οικισμό, που -παρά την έλλειψη μόνιμων κατοίκων- δεν έχει εγκαταλειφθεί και συνεχίζει να αποτελεί στολίδι για την περιοχή. 

Από την ιστορική μελέτη του οικισμού, συμπεραίνουμε πως τα περισσότερα κτίρια στην περιοχή μελέτης μας κατασκευάστηκαν γύρω στο 1770 (εγκατάσταση Σπετσιωτών φυγάδων μετά τα Ορλωφικά και συνένωση με παλαιότερο οικισμό). Πρόκειται για παλιά κτίρια στα οποία έχουν γίνει επεμβάσεις-προσθήκες-αλλοιώσεις. Κυρίως έχουν αντικατασταθεί τα ξύλινα δάπεδα με μπετονένιες πλάκες και τα ξύλινα κουφώματα με αλουμινένια. Επίσης, έχουν γίνει προσθήκες ορόφων, δωματίων και βοηθητικών χώρων (πχ αποθήκες). Σε πολλά κτίρια έχει γίνει ακόμη επέκταση των μπαλκονιών και έχουν προστεθεί πέργκολες-στέγαστρα. Τέλος, υπάρχουν περιπτώσεις όπου έχει αντικατασταθεί η σκεπή από κεραμίδια με ταράτσες-δώματα. Ωστόσο, οι περισσότερες επεμβάσεις δεν αλλοιώνουν σε μεγάλο βαθμό την παραδοσιακή μορφή των κτισμάτων και κατ’ επέκταση την παραδοσιακή ταυτότητα του οικισμού. Σε γενικές γραμμές έχουν διατηρηθεί οι πέτρινοι τοίχοι με λευκό σοβά, η χρωματική παλέτα των κουφωμάτων (μπλε, πράσινο, καφέ), η στέγη από κεραμίδια και το ύψος των 6-7 μέτρων.

Τέλος, διαπιστώνουμε πως γενικά στην περιοχή μελέτης μας υπάρχει έλλειψη δημόσιων χώρων. Ο προαύλιος χώρος του σχολείου, ο προαύλιος χώρος της εκκλησίας και η πλατεία απέναντι από την εκκλησία αποτελούν τους βασικούς δημόσιους χώρους-σημεία συνάντησης-στάσης του κάτω τμήματος του οικισμού, πέρα από κάποια πλατώματα που υπάρχουν κατά μήκος των σοκακιών.

Αντιθέτως, υπάρχει πληθώρα ιδιωτικών ελεύθερων χώρων (είσοδοι, αυλές, μπαλκόνια). Ωστόσο, λόγω της μεγάλης πυκνότητας του οικισμού, σε πολλές περιπτώσεις ο ιδιωτικός ελεύθερος χώρος φαίνεται να μην επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες των χρηστών. Έτσι, παρατηρούνται σε διάφορα σημεία επεκτάσεις-οικειοποιήσεις του δημόσιου χώρου (σοκάκια). Δημιουργείται έτσι ένας ενδιάμεσος χώρος, ημιιδιωτικός-ημιδημόσιος, με πολύ ενδιαφέρον ποιότητα και σημασία για τη ζωή στην κοινότητα.