Κοχύλου (Τμήμα A)

Συμπεράσματα

Ο καθορισμός των μεταβλητών που διαμορφώνουν έναν οικισμό, απαιτεί μία πολύπλευρη και σύνθετη θεώρηση. Εξαρτάται από την ιστορική πορεία, τη γεωγραφική θέση και τα κλιματολογικά χαρακτηριστικά, που διαμορφώνουν τη δυναμική ανάπτυξης και την αρχιτεκτονική εξέλιξη. Ο οικισμός ενδέχεται να προϋπήρχε από τους βυζαντινούς χρόνους, ενώ η ανάπτυξή του κατά τους ενετικούς είναι σαφής. Σε άμεση συσχέτιση με το πάνω κάστρο πολλοί θρύλοι τροφοδοτούνται. Η γεωγραφική θέση του οικισμού, βόρεια του Όρμου Κορθίου, αξιοποιεί την έντονη κλίση του εδάφους, τη φυσική προστασία προς το βορρά και την οπτική ορατότητα προς το θαλάσσιο μέτωπο.

Η ανάπτυξη του οικισμού γίνεται γραμμικά. Ως πυρήνας εμφανίζεται η κεντρική πλατεία του Αγίου Γεωργίου, με τις παλαιότερες κατοικίες να συγκεντρώνονται περιμετρικά, και τις βασικότερες πορείες να βρίσκουν εκεί την αφετηρία τους. Το σύστημα των δρόμων παρουσιάζει έντονη πολυπλοκότητα με χαρακτηριστικά την στενότητα και την πολυμορφία.

Το έντονο ανάγλυφο είναι καθοριστικό για τη χωροθετησή των κατοικιών. Αυτές συμπυκνώνονται γύρω από τον κεντρικό πυρήνα, είτε εντοπίζονται διασκορπισμένες. Εμφανίζονται επομένως πυκνώσεις και αραιώσεις του δομημένου ιστού, που ουσιαστικά ορίζουν τα στενά περάσματα-κύρια και δευτερεύοντα-, και τα ελεύθερα δημόσια πλατώματα. Το δίκτυο των πορειών έχει διττό χαρακτήρα. Αφενός, εξυπηρετεί την κίνηση και τροφοδότηση των κατοικιών, αφετέρου, ενσωματώνει το δίκτυο άρδευσης. Αυτό ενδέχεται να έχει προχαράξει την χωρική ανάπτυξη του οικισμού.

Η έντονη βλάστηση που χαρακτηρίζει το νησί της Άνδρου, παρατηρείται σε μικρότερο βαθμό στον οικισμό Κοχύλου, λόγω του ημιορεινού εδάφους. Εντός του οικισμού, αυτή, αναπτύσσεται ήπια ενώ διαμορφώνονται καλλιεργήσιμες εκτάσεις με τους χαρακτηριστικούς αναλημματικούς τοίχους (πεζούλες). Η ένταξη του οικισμού στο τοπίο, αποτελεί χαρακτηριστικό της παραδοσιακής νησιώτικης αρχιτεκτονικής. Οι έντονες υψομετρικές διακυμάνσεις και η ανάγκη προστασίας από τους βόρειους, ψυχρούς ανέμους, διαμορφώνουν χαμηλά και εσωστρεφή βόρεια μέτωπα ή τα καταργούν τελείως. Αυτό υποδεικνύει μία απόπειρα βιοκλιματικού σχεδιασμού, που απορρέει από την προσπάθεια πιο ποιητικής κατοίκησης.

Παρατηρείται επανάληψη των κατασκευαστικών μεθόδων που αφορά στη διαμόρφωση οριζόντιων και κατακόρυφων στοιχείων και σε κατασκευαστικές λεπτομέρειες. Αυτό ίσως οφείλεται στη μικρή έκταση του οικισμού και την παρουσία μικρού εργατικού δυναμικού (τεχνιτών). Η αξιοποίηση του τοπικού λίθου, σε μορφή σχιστόλιθου ή σχιστόπλακας, ως φέρον στοιχείο, ενισχύει τόσο την ένταξη στο φυσικό τοπίο, όσο και την ευκολία και οικονομία της κατασκευής. Ωστόσο, παρατηρείται μεταγενέστερη επιρροή από τη νεοκλασική αρχιτεκτονική, που οφείλεται στην οικονομική άνεση των κατοίκων, όπως και στην επαφή τους με την αστική αρχιτεκτονική. Εντοπίζεται εφαρμογή νεοκλασικών προτύπων στις καραμιδωτές στέγες, πολλές εκ των οποίων αντικατέστησαν προϋπάρχοντα δώματα.

 Ο οικισμός στην πλειοψηφία του αποτελείται από κτήρια κατοικιών, λίγα κτήρια βοηθητικών χρήσεων και θρησκευτικά κτήρια.  Οι κατοικίες είναι στην πλειοψηφία διώροφες, με τον ημι-υπόγειο χώρο (κατώι) να απευθύνεται στο σταυλισμό και στη διαχείριση της σοδειάς, ενώ ο όροφος (ανώι) ενσωματώνει την κατοικία. Σε επίπεδο κάτοψης εντοπίζονται δύο βασικές τυπολογίες, στενομέτωπα και πλατυμέτωπα κτήρια. Κοινό χαρακτηριστικό αποτελεί η διευρυμένη κεντρική σάλα, με μεγαλύτερο εσωτερικό ύψος και τη διάταξη των δωματίων περιμετρικά. Η απόδοση σε αυτή τόσο μεγάλης σπουδαιότητας και κεντρικού ρόλου ερμηνεύεται από τη λειτουργία της ως επίκεντρο της κοινωνικής ζωής των κατοίκων.  Η διάρθρωση των χώρων συμφωνεί με τις λειτουργίες και ορίζει την χωροθετησή τους. Δε συναντάται διάδρομος κίνησης, αλλά η επικοινωνία και ο διαχωρισμός των χώρων γίνεται με πόρτες. Οι χώροι υγιεινής τοποθετούνται εξωτερικά, αυτόνομοι από την υπόλοιπη κατοικία. Καθοριστικής σημασίας είναι η διαμόρφωση ημιυπαίθριου χώρου με φούρνο και περιμετρικές διαμορφώσεις καθισμάτων.

Η είσοδος στην κατοικία γίνεται από δύο ξεχωριστά διαμορφωμένα σημεία, που εξυπηρετούν διαφορετικές ανάγκες και αναδεικνύουν την κοινωνική δομή της εποχής ανάπτυξης του οικισμού. Η κύρια είσοδος, από τον ημιυπαίθριο χώρο, σε άμεση επαφή με τη σάλα, προορίζεται για τους επισκέπτες-ξένους, ενώ μία δεύτερη, υποδεέστερη είσοδος, στο χώρο της κουζίνας, εξυπηρετεί τις καθημερινές ανάγκες των κατοίκων.

 Η σύνθεση των κτηρίων και ο συσχετισμός τους με το φυσικό περιβάλλον παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Διακρίνεται πολυκυτταρική πλαστική σύνθεση, με προσπάθεια ένταξης και προσαρμογής στο τοπίο. Τα κτήρια διαρθρώνονται συνήθως από τρεις όγκους, με αισθητή την κυριαρχία ενός, ενώ χαρακτηρίζονται από τις αρμονικές  και αισθητικά δόκιμες αναλογίες. Η διάταξη τους επιβάλλεται από την προσαρμογή στην έντονη κλίση, την ανάγκη για περισυλλογή και απομάκρυνση του νερού και τη χωροθέτηση της σάλας στο μεγαλύτερο όγκο, με  το μεγαλύτερο ύψος.

Ως δείγμα παραδοσιακής λαϊκής αρχιτεκτονικής παρουσιάζει στοιχεία και χαρακτηριστικά, που αναδεικνύουν την πολυπλοκότητα και συγχρόνως απλότητα της αρχιτεκτονικής της. Οι πολλαπλοί παράγοντες που συνέβαλαν και καθόρισαν τη διαμόρφωσή της, επέβαλλαν ταυτόχρονα την αναγκαιότητα για τη χρήση τοπικών υλικών, την προσαρμογή στον τόπο και την ικανοποίηση των αναγκών. Ο τρόπος σύν-θεσης  των παραπάνω αποδεικνύει την απλότητα και λιτότητα της αρχιτεκτονικής, την ποιότητα και τη δύναμη της αρχιτεκτονικής.